Αναρτήσεις

Η καλοσύνη των εστιατορίων

Εικόνα
της Μαρίας Δριμή Ξεχωρίζεις εύκολα ένα καλό εστιατόριο. Όχι από τις γευστικές αντιστίξεις των πιάτων· ούτε από τις τιμές. Καθόλου από τα τραπεζομάντιλα, τις κουρτίνες, τις καρέκλες. Ίσως από την τοποθεσία, μόνο λίγο όμως. Ξεχωρίζεις ένα καλό εστιατόριο από τον τρόπο με τον οποίο ξεχωρίζει εκείνο εσένα.
Οι αόρατοι πελάτες επιλέγουν εκείνα τα ανυπόμονα τραπέζια στις γωνίες, στρωμένα από πριν προς άγραν συντροφιάς. Περιμένουν συγκαταβατικά τη σειρά τους, παρατηρώντας τις ευφάνταστες μαγειρικές συνθέσεις να υπερίπτανται πάνω στους δίσκους των σερβιτόρων, κατευθυνόμενες στο κέντρο.
Τα κεντρικά τραπέζια καταλαμβάνονται από τους κεντρικούς πελάτες. Μεγάλες παρέες από άντρες και γυναίκες , ντύσιμο που γυαλίζει στο φως των πολυελαίων, συζητήσεις που σβήνουν στο τσούγκρισμα των κολονάτων ποτηριών. Οι κυρίες με σωστές αναλογίες· όχι πολύ όμορφες, ούτε πολύ άσχημες, να μην λοξοδρομε…

Μόμπιλε

Εικόνα
της Μαρίας Δριμή

      Κάθε πρωί  η Ανθή ξυπνούσε κάτω από ένα μόμπιλε∙ δύο αιωρούμενα ανθρωπάκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, που κρέμονταν  με πετονοκλωστή από μια μπλε στεφάνη στολισμένη με αχνοκίτρινα αστέρια. Οι κλωστές είχαν διαφορετικά μήκη, έτσι το αγόρι κρεμόταν λίγο ψηλότερα από το κορίτσι. Τα δύο ανθρωπάκια είχαν τα χέρια τους ανοιχτά σαν να πέταγαν∙ πρόδιδε τούτη η σε διαφορετικό ύψος αιώρηση τη μάταιη επιδίωξη ενός στιγμιαίου εναέριου σμιξίματος, που μόνο από ατύχημα, αν δηλαδή έσπαγε η κλωστή του αγοριού, έμελλε να πραγματοποιηθεί. Η Ανθή  περνούσε πολλά από τα άυπνα βράδια της παρατηρώντας τα ανθρωπάκια του μόμπιλε και σκαρώνοντας με το μυαλό της ιστορίες, ώσπου να καταφέρει να αποκοιμηθεί, συνήθως πάνω στην κορύφωση της ιστορίας.
       Το μόμπιλε ήταν δώρο της θεία της, χαρισμένο σε κάποια εφηβικά γενέθλια πριν από δέκα χρόνια περίπου. Η θεία Ζωή, που μόνο Ζωή ήθελε να την φωνάζουν, ήταν η ζωή προσωποποιημένη. Ήταν μια καλοφτιαγμένη γυναίκα γύρω στα εξήντα, ψηλή και λεπ…

Ο φούρνος του μακαρίτη

Εικόνα
της Μαρίας Δριμή 

       Το καλύτερο ψωμί στο χωριό το έβγαζε από παλιά ο φούρνος του μακαρίτη. Ζυμωτές με το χέρι φραντζόλες και καρβέλια, ψημένα όλα σε φούρνο με ξύλα. «Αρτοποιία Βλάχου» έγραφε η μικρή ξύλινη ταμπέλα πάνω από την είσοδο, αλλά όλοι οι ντόπιοι ως «φούρνο του μακαρίτη» τον ήξεραν. Πρόλαβα ζωντανό τον Σταύρο Βλάχο, τον μακαρίτη. Ήταν ένας λεβεντάνθρωπος, κοντά δύο μέτρα, με ανοιχτές πλάτες, πυκνά καστανά μαλλιά και γαλανά μάτια. Ωραίος άντρας. Είχε ανοίξει τον φούρνο, όταν στο χωριό δεν υπήρχε παρά μόνο το μπακάλικο του μπαρμπα-Τάση, το «μαγαζί» του χωριού.
       Στην αρχή ο Σταύρος δούλευε τον φούρνο μαζί με τη γυναίκα του, μιαν αεράτη τριαντάρα, «ξενόφερτη», όπως έλεγαν οι ντόπιοι. Η Καίτη, αυτό ήταν το όνομά της, ήταν Σαλονικιά. Κανείς δεν ήξερε ακριβώς ποιος δρόμος την έβγαλε στο χωριό και στο σπίτι του Σταύρου. Όλοι όμως ήξεραν με κάθε λεπτομέρεια τα τσιλιμπουρδίσματα του Σταύρου με τις ντόπιες και τις ξένες. Γιατί ο Σταύρος, εκτός από το καλό ψωμί, ήξερε να εκτιμ…

Τις Κυριακές από παιδί τις σιχαινόμουνα

Εικόνα
της Μαρίας Δριμή
“Sundaymorning…”, ψιθύριζε τραγουδιστά η Nico στο ραδιόφωνο. Η Κυριακή ήταν πάντα μια αμήχανη μέρα. Θα ήθελε να έρχονται οι εβδομάδες του χωρίς Κυριακές. Κι ας μην ήταν εβδομάδες-θα ήταν ίσως εξομάδες;-κι ας άλλαζε η σειρά των ημερών. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν κατάλαβε αν η Κυριακή ήταν στο τέλος ή στην αρχή της εβδομάδας. Κρίνοντας απ’ το όνομα, η Δευτέρα ήταν δεύτερη και η Κυριακή πρώτη, πόσο παράξενα ακουγόταν η ευχή για καλή εβδομάδα τα πρωινά της Δευτέρας… Όλες οι μέρες του Θεού είναι, έλεγε η μάνα του. Πράγματι, ο Θεός ίσως ήταν μια λύση για τις Κυριακές∙ αν πίστευε, θα τις υποδεχόταν με καλύτερη διάθεση, ακούγοντας την πρωινή λειτουργία στην εκκλησία, ύστερα το κήρυγμα του ιερέα, λέξεις που ευωδιάζουν λιβάνι, πάντα το λιβάνι του θύμιζε απαγορευμένες μυρωδιές. Αν πίστευε έστω στην τύχη, πάλι θα είχε λόγο να περιμένει τις Κυριακές, την κλήρωση του κρατικού λαχείου, τους αγώνες ποδοσφαίρου, τα υπό την κρατική αιγίδα στοιχήματα. Όμως ήταν μόνος με τις Κυριακές του. Τ…

Γιάννης Βαρβέρης: Γκάφα σε όνειρο

Εικόνα
Ήμασταν λέει καθισμένοι κι οι τρεις όπως παλιά, σ’ ένα καλό εστιατόριο Κυριακής. Μεσημέρι κι η μητέρα μου είχε τη σημερινή της ηλικία που δε γνωρίζω ακριβώς, πάντως άνω των εβδομήντα, εγώ μια αδιάφορη, ας πούμε πάλι τη σημερινή. Όμως ο πατέρας ήταν κάπως πιο νέος από κείνην, ενώ μου είναι γνωστό το αντίθετο. Το εστιατόριο με πολλή κίνηση αλλά χωρίς φασαρία και μπροστά μας ήδη σερβιρισμένα τρία πιάτα που όμως δεν είχαμε παραγγείλει. Πήρα εγώ το συκώτι, ο μπαμπάς το φιλέτο κι έμεινε για τη μαμά μια μερίδα αρνάκι. -Το αρνάκι βλάπτει, παρ’ το εσύ καλύτερα που είσαι πεθαμένος, είπα στον πατέρα μου. Με κοίταξε όπως κοιτάζουν οι νεκροί και ξυπνάς.
Από τη συλλογή "Άκυρο θαύμα" (1996)

On/Off

Εικόνα
της Μαρίας Δριμή

«Πόσες πυγολαμπίδες στη σειρά χρειάζονται για να διατρέξει το όνειρο μία πλήρη τροχιά;  Πόση θλίψη μπορεί να αντέξει ένα ηλιοτρόπιο, ώστε να συνεχίσει να υψώνει το κεφάλι του στον ήλιο;» Ντινγκκκ…. Ντινγκκκ… Οκτώ "ντινγκ" στη σειρά.  Ο ήχος από το επιτοίχιο εκκρεμές παραμέρισε το ποτάμι των σκέψεων του Ανέστη. Δρύινο το κουτί του, ελβετική κατασκευή, οι ώρες με λατινικούς αριθμούς. Ενθύμιο από τους γονείς του, δώρο του γάμου τους από κάποιο μακρινό εξάδελφο ναυτικό. Τούτο το εκκρεμές, αλλόκοτο από τη γέννησή του, σαν και του λόγου του, χτυπούσε τις μισές ώρες. Μιάμιση, δυόμισι, τρεισήμισι. Δεν έπαιρνε επισκευή, κανένας δεν μπορούσε να βρει τι του έφταιγε. Τώρα χτυπούσε οκτώμισι. Αυτό και το παλιό ραδιόφωνο ήταν τα μόνα αντικείμενα που είχε πάρει μαζί του στο ίδρυμα. Ο Ανέστης έκλεισε το σημειωματάριό του και άφησε στο τραπέζι το μολύβι του, μαύρο Faber-CastellΝο 2, χιλιοδαγκωμένο στην κορυφή, δαγκωνιά και στίχος. Ο «Ποιητής των Αοράτων», έτσι συστηνόταν ο Ανέσ…

Κ. Γ. Καρυωτάκης: Ένας πρακτικός θάνατος

Εικόνα
Δεν ξέρω τι φορούσε στο κεφάλι. Τα ρούχα της δεν είχαν ούτε σχήμα ούτε χρώμα. Εμπήκε στο γραφείο κρατώντας στην αγκαλιά δυο παιδιά και σέρνοντας τέσσερα. Άλλο τραβούσε το φουστάνι της, άλλο τα μαλλιά της. Ένα αγόρι ως τριών χρονών έτρεμε με κάτι παράξενα αναφιλητά, χωρίς να κλαίει. Όλα μαζί-φριχτή συμφωνία-εκοίταζαν τη μητέρα τους όπως οι μουσικοί το μαέστρο. Αυτή όμως είχε ξεχάσει την παρτιτούρα της σ’ ένα κομψό γραφειάκι από acajou.
      Στάθηκε μπροστά μας με ορθάνοιχτα μάτια. Κάτι σαν ψεύτικο γέλιο, μια γκριμάτσα οίκτου προς τον εαυτό της, εξηγούσε τα λόγια της. Ήταν Αρμένισσα. Ο άντρας της επέθανε σ’ ένα χωριό, κι ήρθε από κει ζητώντας ψωμί για τα παιδιά της. Τώρα παρακαλούσε να στεγασθεί. Κάποιος που ήξερε τη γλώσσα της τής είπε ότι δεν υπήρχε πουθενά θέσις. Και καθώς δεν ήθελε να καταλάβει, την έβγαλαν έξω στο διάδρομο. Έμεινε ξαπλωμένη με τα παιδιά της ως το μεσημέρι. Την άλλη μέρα, η ίδια ιστορία. Ήρθε πολλές φορές ακόμη.
      Επιτέλους την έριξαν σε μια αποθήκη. Τρι…