Francis Scott Fitzgerald: Ευχαριστώ για τη φωτιά (1936)

 
       Η κυρία Χάνσον ήταν μια όμορφη, μα κάπως ταλαιπωρημένη γυναίκα γύρω στα 40, που πουλούσε κορσέδες και ζωνάρια, ταξιδεύοντας έξω από το Σικάγο. Για πολλά χρόνια η περιοχή της οριζόταν από το Τολέδο, τη Λίμα, το Σπρίνγκφιλντ, το Κολόμπους, την Ινδιανάπολη και το Φορτ Γουέιν και η μετάθεσή της στην περιφέρεια Αϊόβα - Κάνσας - Μιζούρι αποτελούσε προαγωγή, καθώς η εταιρεία της είχε επεκταθεί πιο δυναμικά στα δυτικά του Οχάιο.
Στ' ανατολικά έπιανε την κουβέντα με τους πελάτες και συχνά είχε προσφορές για ένα ποτό ή ένα τσιγάρο στο γραφείο κάποιου αγοραστή, όταν τέλειωνε η δουλειά. Σύντομα όμως κατάλαβε ότι στην καινούργια περιφέρεια τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Όχι μόνο δεν τη ρωτούσαν ποτέ αν ήθελε να καπνίσει, αλλά αρκετές φορές, στη δική της ερώτηση, αν είχε κανείς αντίρρηση να ανάψει τσιγάρο, της απαντούσαν μισοαπολογητικά ότι «δεν είναι ότι ενοχλούμαι εγώ, αλλά επηρεάζει αρνητικά τους εργαζομένους».
«Α, φυσικά, καταλαβαίνω».
          Το κάπνισμα σήμαινε πολλά γι' αυτήν ώρες-ώρες. Δούλευε πολύ σκληρά και το τσιγάρο μπορούσε να την ξεκουράσει και να τη χαλαρώσει ψυχολογικά. Ήταν χήρα και δεν είχε στενούς συγγενείς ώστε να τους γράφει τα απογεύματα και τα μάτια της δεν άντεχαν πάνω από μία ταινία την εβδομάδα, επομένως το κάπνισμα κατέληξε να είναι ένα απαραίτητο σημείο στίξης στη μακροσκελή πρόταση μιας ημέρας στον δρόμο.

         Η τελευταία εβδομάδα του πρώτου ταξιδιού της με το νέο δρομολόγιο τη βρήκε στην πόλη του Κάνσας. Ήταν μέσα Αυγούστου και ένιωθε λίγη μοναξιά ανάμεσα σε όλες εκείνες τις νέες επαφές, έτσι λοιπόν χάρηκε όταν βρήκε στη ρεσεψιόν μιας εταιρείας κάποια γυναίκα που γνώριζε από το Σικάγο. Κάθισε μαζί της μέχρι να τη φωνάξουν και στην πορεία της συζήτησης έμαθε μερικά πράγματα για τον άνδρα που επρόκειτο να δει.
«Θα τον πειράξει αν καπνίσω;».
«Τι; Θεέ μου, ναι!» είπε η φίλη της. «Έχει δώσει λεφτά για να στηρίξει τον αντικαπνιστικό νόμο».
«Α. Καλά, σου είμαι ευγνώμων για τη συμβουλή - κάτι παραπάνω από ευγνώμων».
«Καλύτερα να προσέχεις με δαύτο παντού εδώ γύρω» είπε η φίλη της. «Κυρίως με τους άνδρες άνω των 50. Όσους δεν πήγαν στον πόλεμο. Ένας κύριος μου έλεγε ότι κανείς από όσους πήγαν στον πόλεμο δεν θα είχε ποτέ πρόβλημα με όποιον καπνίζει».
          Αλλά στην αμέσως επόμενη στάση της έπεσε πάνω στην εξαίρεση. Φαινόταν μια χαρά νεαρός, αλλά τα μάτια του είχαν στυλωθεί με τέτοια έκπληξη πάνω στο τσιγάρο που χτυπούσε στο νύχι του αντίχειρά της, ώστε η κυρία Χάνσον αναγκάστηκε να το κρύψει. Ανταμείφθηκε όμως όταν ο νεαρός της ζήτησε να γευματίσουν μαζί το μεσημέρι, ενώ μέσα σε μία ώρα είχε στα χέρια της και μια άκρως αξιόλογη παραγγελία.
          Ύστερα ο νεαρός επέμεινε να την πάει με το αυτοκίνητο στο επόμενο ραντεβού της, μολονότι εκείνη σκόπευε να βρει κάποιο ξενοδοχείο κάπου εκεί κοντά και να τραβήξει μερικές τζούρες στην τουαλέτα. Ήταν μια από εκείνες τις ημέρες που είναι γεμάτες αναμονή - όλοι ήταν απασχολημένοι, όλοι αργούσαν, και όταν εντέλει εμφανίζονταν οι πελάτες, είτε ανήκαν σ' εκείνη την κατηγορία των ανδρών με τα μακρόστενα πρόσωπα που καθόλου δεν τους αρέσουν οι μικρές αδυναμίες των άλλων ανθρώπων, είτε ήταν γυναίκες, θέλοντας ή μη αφοσιωμένες στις ιδέες αυτών των ανδρών.
           Είχε να καπνίσει από το πρωί και ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι αυτός ήταν ο λόγος για εκείνη την ακαθόριστη δυσαρέσκεια που ένιωθε στο τέλος κάθε επίσκεψης, ανεξάρτητα από το πόσο επιτυχής είχε αποδειχθεί από επαγγελματικής απόψεως. Έλεγε, «πιστεύουμε ότι καλύπτουμε ένα διαφορετικό κομμάτι της αγοράς.
Ολα βεβαίως από λάστιχο και καναβάτσο είναι φτιαγμένα, αλλά ο δικός μας τρόπος κατασκευής διαφέρει. Η αύξηση της διαφήμισης κατά 30% σε εθνικό επίπεδο μέσα σ' έναν χρόνο μιλά από μόνη της».
          Και από μέσα της σκεφτόταν: Αν μπορούσα να τραβήξω έστω τρεις τζουρίτσες, θα πουλούσα ακόμα και παλιομοδίτικες μπαλένες.

          Είχε να επισκεφθεί άλλο ένα κατάστημα τώρα, αλλά είχε ακόμα κανένα μισάωρο για το ραντεβού. Ήταν ακριβώς η ευκαιρία να πάει στο ξενοδοχείο της αλλά, καθώς δεν υπήρχε κανένα ταξί εκεί γύρω, άρχισε να περπατάει σκεπτόμενη: Μάλλον πρέπει να κόψω το τσιγάρο. Κοντεύω να πάθω εθισμό με δαύτο.
           Μπροστά της είδε τον καθεδρικό ναό. Έδειχνε πολύ ψηλός, και ξαφνικά της ήρθε μια λαμπρή ιδέα: αφού ανέβαινε τόσο θυμίαμα στους πυργίσκους εκεί ψηλά προς τον Θεό, λίγος καπνός εκεί στον πρόδομο δεν θα έκανε μεγάλη διαφορά. Καθόλου δεν θα τον πείραζε τον Ύψιστο αν μια καταπονημένη γυναίκα τραβούσε μερικές τζούρες στον πρόδομο.
Μολαταύτα, αν και δεν ήταν καθολική, η σκέψη αυτή την ενόχλησε. Ήταν άραγε τόσο σημαντικό να καπνίσει, από τη στιγμή που θα μπορούσε να ενοχλήσει τόσο κόσμο; Και όμως. Δεν θα τον ενοχλήσει, συλλογιζόταν επίμονα. Στην εποχή Του, δεν είχαν καν ανακαλύψει το ταμπάκο…
Μπήκε στην εκκλησία∙ ο πρόδομος ήταν σκοτεινός. Ψαχούλεψε μέσα στην τσάντα της για να βρει σπίρτα, αλλά δεν βρήκε τίποτα. Θα πάω ν' ανάψω από κανένα κερί, σκέφτηκε.
Μονάχα μια κηλίδα φωτός στη γωνία έσπαγε το σκοτάδι στο κεντρικό κλίτος του κυρίως ναού. Προχώρησε στον διάδρομο προς εκείνη τη λευκή θαμπάδα και είδε ότι δεν προερχόταν από τα κεριά και ότι, σε κάθε περίπτωση, σύντομα θα χανόταν - ένας γέρος ετοιμαζόταν να σβήσει την τελευταία λάμπα λαδιού.
«Τούτα 'δώ είναι τάματα» είπε. «Τη νύχτα τα σβήνουμε. Πιστεύουμε πως έχει μεγαλύτερη σημασία για τον κόσμο που μας τα φέρνει να τα έχουμε και την επόμενη μέρα παρά να καίνε όλη νύχτα».
«Κατάλαβα».
           Ο γέρος έσβησε και την τελευταία λάμπα. Τώρα δεν είχε απομείνει κανένα φως στον καθεδρικό, εκτός από έναν ηλεκτρικό πολυέλαιο που ήταν κρεμασμένος ψηλά και τη μονίμως αναμμένη λάμπα μπροστά από το Ιερό.
«Καληνύχτα» είπε ο νεωκόρος.
«Καληνύχτα».
«Υποθέτω ότι ήρθες να προσευχηθείς».
«Ναι, γι' αυτό ήρθα».
             Εκείνος έφυγε και μπήκε στο σκευοφυλάκιο. Η κυρία Χάνσον γονάτισε για να προσευχηθεί. Είχε πολύ καιρό να προσευχηθεί. Καλά-καλά δεν ήξερε ούτε και για ποιο πράγμα να προσευχηθεί, κι έτσι προσευχήθηκε για τον εργοδότη της και για τους πελάτες της στο Ντε Μόιν και την πόλη του Κάνσας. Όταν τέλειωσε τις προσευχές της, σηκώθηκε. Μια εικόνα της Παναγίας την κοιτούσε από μια κόγχη, δυο μέτρα πάνω από το κεφάλι της.
Έστρεψε και εκείνη το βλέμμα της προς τα 'κεί. Έπειτα σηκώθηκε ξανά όρθια και έγειρε νωχελικά προς τα πίσω στη γωνία του στασιδιού. Στη φαντασία της, η Παρθένος Μαρία κατέβηκε, όπως στο θεατρικό έργο «Το θαύμα», και πήρε τη θέση της, άρχισε να πουλάει κορσέδες και ζωνάρια για λογαριασμό της ώσπου κουράστηκε, όπως ακριβώς και η ίδια. Ύστερα, για μερικά λεπτά, η κυρία Χάνσον μάλλον αποκοιμήθηκε.
                 
          Ξύπνησε με την αίσθηση ότι κάτι είχε αλλάξει και σιγά-σιγά αντιλήφθηκε ότι στον αέρα υπήρχε μια γνώριμη μυρωδιά που δεν ήταν θυμίαμα και ότι την έτσουζαν τα δάχτυλά της. Κατόπιν συνειδητοποίησε ότι το τσιγάρο που κρατούσε στο χέρι της ήταν αναμμένο - έκαιγε.
Πολύ γλαρωμένη ακόμα για να σκεφτεί, τράβηξε μια τζούρα για να μη σβήσει η καύτρα. Ύστερα ύψωσε το βλέμμα της προς την κόγχη της Παναγίας, κάπου εκεί στο μισοσκόταδο.
«Ευχαριστώ για τη φωτιά» είπε.
         Αλλά δεν της φάνηκε αρκετό και έτσι έπεσε στα γόνατα, με τον καπνό του τσιγάρου ανάμεσα στα δάχτυλά της να στροβιλίζεται ανεβαίνοντας ψηλά.
«Ευχαριστώ πολύ για τη φωτιά» είπε.

(Απόδοση στα ελληνικά: Γρηγόρης Μπέκος / Επιμέλεια: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η καλοσύνη των εστιατορίων

Αργύρης Χιόνης: Το οριζόντιο ύψος

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Το χριστόψωμο