On/Off


                                                                                                                              της Μαρίας Δριμή

«Πόσες πυγολαμπίδες στη σειρά χρειάζονται για να διατρέξει το όνειρο μία πλήρη τροχιά;  Πόση θλίψη μπορεί να αντέξει ένα ηλιοτρόπιο, ώστε να συνεχίσει να υψώνει το κεφάλι του στον ήλιο;»
Ντινγκκκ…. Ντινγκκκ… Οκτώ "ντινγκ" στη σειρά.  Ο ήχος από το επιτοίχιο εκκρεμές παραμέρισε το ποτάμι των σκέψεων του Ανέστη. Δρύινο το κουτί του, ελβετική κατασκευή, οι ώρες με λατινικούς αριθμούς. Ενθύμιο από τους γονείς του, δώρο του γάμου τους από κάποιο μακρινό εξάδελφο ναυτικό. Τούτο το εκκρεμές, αλλόκοτο από τη γέννησή του, σαν και του λόγου του, χτυπούσε τις μισές ώρες. Μιάμιση, δυόμισι, τρεισήμισι. Δεν έπαιρνε επισκευή, κανένας δεν μπορούσε να βρει τι του έφταιγε. Τώρα χτυπούσε οκτώμισι. Αυτό και το παλιό ραδιόφωνο ήταν τα μόνα αντικείμενα που είχε πάρει μαζί του στο ίδρυμα.
Ο Ανέστης έκλεισε το σημειωματάριό του και άφησε στο τραπέζι  το μολύβι του, μαύρο Faber-Castell Νο 2, χιλιοδαγκωμένο στην κορυφή, δαγκωνιά και στίχος. Ο «Ποιητής των Αοράτων», έτσι συστηνόταν ο Ανέστης κι έτσι ήθελε να τον αποκαλούν. Είχε αφήσει τα ορατά στον Παντοδύναμο και είχε ιδιοποιηθεί τα αόρατα. Παντού όμως έλεγε ότι κι ο ίδιος ένας απεσταλμένος ήταν, με εντολή να τα δημιουργήσει. Όλα κι όλα, δεν ήταν ξιπασμένος. Τα χέρια του έτρεμαν λιγότερο τις τελευταίες εβδομάδες. Είχαν φύγει και οι φωνές. Αυτά τα μικρά, χρώματος ώχρας χάπια ήταν θαυματουργά.
Σηκώθηκε από το τραπέζι και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Στο κομοδίνο του φάνταζε καμαρωτό το ραδιόφωνό του, Siemens 1960. Ο Ανέστης γύρισε τον διακόπτη του, μέχρι ν’ ακουστεί ένα απαλό «κλικ». On/Οff….Οff/Οn. Όλα στη ζωή έχουν off και on. Ποια είναι περισσότερα, αυτά που είναι off και γίνονται on ή όσα είναι on και γίνονται off; Ο Ανέστης δεν είχε ακόμα καταλήξει σε σίγουρο συμπέρασμα. Γύρισε το κουμπί μέχρι που η βελόνα έδειξε τη συχνότητα του αγαπημένου του σταθμού. Τα ακροδάχτυλά του είχαν το ίδιο καφεκίτρινο χρώμα με τα πλήκτρα του ραδιοφώνου. Χιλιάδες τσιγάρα, χιλιάδες on/off… on/off…on/off….
Η συναυλία δεν είχε αρχίσει ακόμα. Η εκφωνήτρια, με βραχνή ναζιάρικη φωνή κι ένα ελαφρό ψεύδισμα στο ρο, εξαντλούσε τα λίγα ραδιοφωνικά λεπτά με στοιχεία από τη ζωή της πιανίστριας. Ο Ανέστης τα ήξερε όλα απέξω κι ανακατωτά. Ήταν η θεά του από τον καιρό που ήταν νέος, πριν ακόμα έρθουν οι φωνές. Δεν είχε δίσκους της, την άκουγε όμως στο ραδιόφωνο και μάζευε από τις εφημερίδες και τα περιοδικά ό,τι δημοσιευόταν για κείνη. Είχε παρακολουθήσει τους τρεις γάμους της, είχε χαρεί με τις γέννες της (μία κόρη από κάθε γάμο), είχε πανικοβληθεί με την αρρώστια της, προσευχόταν νύχτα-μέρα για κείνη (πότε στο Θεό, πότε στον Μπαχ και τον Μπετόβεν). Έγινε επιτέλους καλά, συνέχιζε να γυρίζει τον κόσμο με συναυλίες, μαζί με τους φίλους της. Σπάνια έπαιζε μόνη, ήθελε παρέα πάνω στη σκηνή. Βοηθούσε νεαρούς μουσικούς να ανοίξουν τα φτερά τους, διοργάνωνε μουσικά φεστιβάλ, συμμετείχε ως κριτής σε διαγωνισμούς πιάνου. Ο Ανέστης μάζευε κομματάκι-κομματάκι τη ζωή της. Μετά ήρθαν οι φωνές∙ η δική του ζωή άρχισε να θολώνει και τα κομματάκια σκόρπισαν. Ούτε θυμόταν πια πού ήταν αυτό το παλιό λεύκωμα με τα αποκόμματα.
Πριν από τρεις μήνες είχαν αναγγείλει στις ειδήσεις τη συναυλία της. Στο Μέγαρο Μουσικής, τρεις απανωτές μέρες. Σκέφτηκε να πάει. Παρακάλεσε τους γιατρούς. Με τα πολλά τον άφησαν. Θα τον συνόδευε ένας νοσοκόμος. Ο Ανέστης θα πλήρωνε και τα δύο εισιτήρια. Βρήκε το τηλέφωνο του Μεγάρου∙ πήρε να ρωτήσει. Δεν υπήρχε τίποτα. Όλα τα εισιτήρια είχαν πουληθεί από τις πρώτες κιόλας μέρες. Έτσι κι αλλιώς, δεν κρατούσαν εισιτήρια τηλεφωνικά. Έπρεπε να πάει στα εκδοτήρια ή να τα κλείσει μέσω ίντερνετ με πιστωτική κάρτα. Ο Ανέστης πανικοβλήθηκε. Ένιωσε όπως τον προηγούμενο καιρό∙ φοβήθηκε ότι θα ξαναέρχονταν οι φωνές. Οι συναυλίες θα μεταδίδονταν απευθείας από το ραδιόφωνο, του είχε πει η ευγενική κυρία στο τηλέφωνο. Εσείς θα πάτε; τη ρώτησε ο Ανέστης. Δεν δούλευε σαββατοκύριακα, ήταν η απάντησή της∙ κοφτή, δεν άφηνε περιθώρια. Ο Ανέστης δεν κατάλαβε τι σήμαινε αυτό: θα πήγαινε ή όχι; Δεν συνέχισε όμως την κουβέντα. «Έχω άλλη γραμμή», του είπε η κυρία και το τηλεφώνημα διακόπηκε απότομα.
                Ο Ανέστης μετρούσε τις μέρες και τις μισές ώρες με το εκκρεμές του. Έπινε τα χαπάκια του σχολαστικά, έτρωγε καλά και ξεκουραζόταν∙ κατά γράμμα το πρόγραμμα του γιατρού. Ήθελε να είναι σε φόρμα εκείνο το Σαββατοκύριακο.
Και πραγματικά, ήταν σε τέλεια φόρμα εκείνο το Σάββατο απόγευμα. Είχε τακτοποιήσει το δωμάτιο, είχε κάνει μπάνιο και φορούσε καθαρές πιζάμες. Της είχε γράψει ένα ποίημα το πρωί και το διόρθωνε, αλλάζοντας τις φράσεις ξανά και ξανά, μέχρι το απόγευμα. Επιτέλους, η μεγάλη ώρα είχε φτάσει.
Χειροκρότημα. Η εκφωνήτρια περιέγραφε την είσοδο της πιανίστριας στη σκηνή. Φορούσε μακρύ μαύρο φόρεμα. Τα λευκά μαλλιά της-είπε η εκφωνήτρια-έπεφταν «ελεύθερα» στους ώμους. Ατίθασα σαν κι εκείνη, σκέφτηκε ο Ανέστης με αγάπη∙ λευκά μαλλιά και μαύρο φόρεμα, άσπρο-μαύρο, η θεά των πλήκτρων. Ακούστηκαν τα έγχορδα να κουρδίζουν∙ κούρδιζαν πάντα σε ρε, ο Ανέστης το ήξερε αυτό καλά. Έπιανε με το αυτί του όλα τα διαστήματα της Πυθαγόρειας κλίμακας. Το κούρδισμα σταμάτησε. Σιγή. Η εκφωνήτρια είχε σταματήσει κι αυτή να μιλάει. Τα βιολιά άρχισαν χαμηλόφωνα την εισαγωγή του πρώτου μέρους του κοντσέρτου.
Ο Ανέστης πήρε από το κομοδίνο το χάρτινο φακελάκι με το βραδινό του «ωχροκίτρινο» (έτσι το έλεγε ο γιατρός) χαπάκι. Έβαλε το χάπι στο στόμα του, ξάπλωσε στο μαξιλάρι και έκλεισε τα μάτια. Άκουγε τα χέρια της να μαγεύουν τα πλήκτρα. Άσπρο/μαύρο, άσπρο μαύρο, άσπρο μαύρο…. Η φωνή της σιγοτραγουδούσε: on/off… on/off… (μα έχει φωνητικό μέρος το κοντσέρτο; ο Ανέστης είχε σαστίσει) on/off…on/off… on/off…



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αργύρης Χιόνης: Το οριζόντιο ύψος

Μαρία Μήτσορα: Στο Κολωνάκι όσο ανθίζουν οι νεραντζιές

Η καλοσύνη των εστιατορίων