Μόμπιλε


                                                                      της Μαρίας Δριμή

      Κάθε πρωί  η Ανθή ξυπνούσε κάτω από ένα μόμπιλε∙ δύο αιωρούμενα ανθρωπάκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, που κρέμονταν  με πετονοκλωστή από μια μπλε στεφάνη στολισμένη με αχνοκίτρινα αστέρια. Οι κλωστές είχαν διαφορετικά μήκη, έτσι το αγόρι κρεμόταν λίγο ψηλότερα από το κορίτσι. Τα δύο ανθρωπάκια είχαν τα χέρια τους ανοιχτά σαν να πέταγαν∙ πρόδιδε τούτη η σε διαφορετικό ύψος αιώρηση τη μάταιη επιδίωξη ενός στιγμιαίου εναέριου σμιξίματος, που μόνο από ατύχημα, αν δηλαδή έσπαγε η κλωστή του αγοριού, έμελλε να πραγματοποιηθεί. Η Ανθή  περνούσε πολλά από τα άυπνα βράδια της παρατηρώντας τα ανθρωπάκια του μόμπιλε και σκαρώνοντας με το μυαλό της ιστορίες, ώσπου να καταφέρει να αποκοιμηθεί, συνήθως πάνω στην κορύφωση της ιστορίας.
       Το μόμπιλε ήταν δώρο της θεία της, χαρισμένο σε κάποια εφηβικά γενέθλια πριν από δέκα χρόνια περίπου. Η θεία Ζωή, που μόνο Ζωή ήθελε να την φωνάζουν, ήταν η ζωή προσωποποιημένη. Ήταν μια καλοφτιαγμένη γυναίκα γύρω στα εξήντα, ψηλή και λεπτοφυής, με χαριτωμένες κινήσεις και μελωδική φωνή. Η Ζωή είχε μαγικά χέρια. Ζωγράφιζε, έφτιαχνε μικρά γλυπτά, έπλεκε, από καλάθια μέχρι λεπτές δαντέλες. Είχε κάνει πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Οι πίνακες της, κυρίως πορτρέτα, γίνονταν ανάρπαστοι και οι γκαλερίστες την πολιορκούσαν αχόρταγα. Είχε σπουδάσει Καλές Τέχνες στο Παρίσι, όπου γνώρισε και τον άντρα της, έναν επιτυχημένο γάλλο φωτογράφο. Είχαν δουλέψει μαζί κάποια χρόνια στην Ευρώπη, όμως μετά τον γάμο ο Πιερ της είχε ζητήσει να εγκατασταθούν μόνιμα στην Ελλάδα. Τον μάγευε το ελληνικό φως, της έλεγε∙ αναδείκνυε αλλιώς τις φωτογραφίες του.

         Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους ήταν βγαλμένα από παραμύθι. Είχαν αγοράσει ένα σπίτι στη Μεθώνη και απομονώνονταν εκεί τις περιόδους που δημιουργούσαν τους πίνακες και τις φωτογραφίες. Το σπίτι αυτό ήταν μικρό, αλλά πολύ όμορφο, σχεδιασμένο με καλλιτεχνική ευαισθησία σε κάθε σημείο του. Η Ανθή και οι γονείς της είχαν φιλοξενηθεί πολλές φορές τα καλοκαίρια.  Πολύ μικρή τότε η Ανθή, παρατηρούσε με ενδιαφέρον τα ερωτικά παιχνίδια του ζευγαριού στη θάλασσα, καθώς οι δυο τους απομακρύνονταν κολυμπώντας κρατημένοι από τα χέρια, μέχρι που γίνονταν δυο μακρινές κουκίδες σε γαλάζιο φόντο∙ γρήγορα οι δυο κουκίδες γίνονταν μία και χάνονταν πια από τα μάτια της Ανθής. Όταν αργότερα έβγαιναν από τη θάλασσα, ήταν  χαμογελαστοί, όμορφοι και ηλιοκαμένοι∙ τόσο διαφορετικοί από τους γονείς της που παρέμεναν την περισσότερη ώρα κάτω από μια ομπρέλα θαλάσσης, ξαπλωμένοι με τα ασπρουλιάρικα πλαδαρά τους σώματα, γκρινιάζοντας και μασουλώντας.
       Το παραμυθένιο ζευγάρι όμως σύντομα βρήκε εμπόδια στην ονειρεμένη κοινή διαδρομή. Ο Πιερ αρρώστησε∙ εκείνο τον καιρό η Ανθή άκουγε συχνά από τους γονείς της τη λέξη καρκίνος. Δεν πέθανε, ούτε φάνηκε τίποτα επάνω του. Οι γονείς της όμως σιγοκουβέντιαζαν συχνά μεταξύ τους ότι η Ζωή κι ο Πιερ δεν θα μπορούσαν να κάνουν παιδιά. Πραγματικά, το ζευγάρι δεν απέκτησε παιδιά, κι αυτό ήταν καλό για την Ανθή, αφού εκείνη τους κάλυπτε με χαρά αυτό το κενό. Ο Πιερ και η Ζωή έπαιρναν μαζί τους τη μικρή Ανθή σε εκδρομές, βόλτες και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις κι εκείνη ρούφαγε άπληστα εικόνες, ήχους  και χρώματα που δεν μπορούσε να βρει στο δικό της μονότονο σπίτι με τους συνηθισμένους γονείς.
      Καθώς μεγάλωνε και καταλάβαινε περισσότερο, η Ανθή έβλεπε ότι ο Πιερ ήταν στενοχωρημένος όλο και πιο συχνά. Είχε σταματήσει να φωτογραφίζει και οι πολυάριθμες μηχανές του έμεναν ξεχασμένες στα ράφια τους, καλυμμένες συνήθως από ένα λεπτό στρώμα σκόνης. Η Ζωή της είχε πει ότι ο Πιερ έπασχε από κατάθλιψη. Τον παρακολουθούσε ψυχίατρος∙ του έδινε φάρμακα. Ο Πιερ έπαιρνε τα φάρμακα, στην αρχή τακτικά, αργότερα λιγότερο τακτικά, ώσπου στο τέλος τα σταμάτησε. Κάποια μέρα όμως μάλλον το μετάνιωσε και τα ξαναπήρε∙ όλα μαζί, τρία κουτιά. Όταν τον βρήκαν, ήταν ήδη πολύ αργά. Ο γιατρός είπε ότι είχε «εισροφήσει γαστρικό περιεχόμενο». Κειτόταν πάνω στο ακριβό ασιατικό χαλί, μπλαβής και παγωμένος, με τα γαλάζια του μάτια μισάνοιχτα, προσηλωμένα στο κενό.
     Η Ζωή είχε αντιδράσει με μια περίεργα αξιοπρεπή θλίψη, βουβή και συγκρατημένη. Μόνο οι πίνακές της άλλαξαν. Τα πρόσωπα έγιναν γέρικα και σκυθρωπά. Τα χρώματα έγιναν αποχρώσεις του γκρίζου. Και η ίδια η Ζωή ήταν για πολύ καιρό σκυθρωπή και άχρωμη. Δεν ανέβαινε συχνά στην Αθήνα. Είχε βάλει κήπο στο σπιτάκι της Μεθώνης και παρηγοριόταν να σκαλίζει τα λουλούδια και τα μυρωδικά χόρτα της.

     Αυτό κράτησε αρκετά χρόνια, ώσπου μια Κυριακή πρωί η Ζωή πήρε την ανιψιά της τηλέφωνο να πάνε για καφέ. Η Ζωή έκανε περισσότερη παρέα με την Ανθή, παρά με τη μητέρα της, κι ας ήταν αδελφές. Το πρωινό εκείνο η Ανθή είχε βρει τη θεία της πιο όμορφη παρά ποτέ∙ κι επιτέλους ξανά με χρώματα. Η Ζωή ήταν ελαφρά μακιγιαρισμένη, φορούσε ένα απλό γαλάζιο πουκάμισο κι ένα κόκκινο μαντίλι στο λαιμό. Παρέμενε λεπτή και καλλίγραμμη παρά την ηλικία της και το εφαρμοστό λινό παντελόνι την κολάκευε ιδιαίτερα. Είχε πει στην Ανθή ότι θα έκανε μια αναδρομική έκθεση των πορτρέτων της σε μια γνωστή γκαλερί.  Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε έρθει για λίγες μέρες στην Αθήνα. Η Ανθή είχε περάσει ολόκληρη εκείνη την ημέρα με τη θεία της, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή, όπως παλιά. Πόσο θα ήθελε να ήταν να είχε τη Ζωή για μητέρα, αντί της αδελφής της…
Πέρασαν μερικές εβδομάδες. Η Ζωή ήταν πάλι εξαφανισμένη. Προετοιμασίες για την έκθεση, είχε υποθέσει η Ανθή. Τις λίγες φορές που μιλούσαν στο τηλέφωνο ακουγόταν πάλι άκεφη. Κάποια μέρα είπε στην ανιψιά της ότι η έκθεση είχε ματαιωθεί∙ λόγω οικονομικών προβλημάτων η γκαλερί πήγαινε για κλείσιμο. Είχε πάλι κλειστεί στο καταφύγιο της Μεθώνης. Η Ανθή έκανε κάποια ταξίδια-αστραπή τα Σαββατοκύριακα για να επισκεφθεί τη θεία της. Η Ζωή είχε βρει κοντά στο κάστρο ένα θηλυκό γατάκι, τη Φλώρα.  Την είχε περιμαζέψει, την είχε εμβολιάσει και την είχε μαζί της μέσα στο σπίτι. Ασχολιόταν μαζί της πολλές ώρες την ημέρα. Η Φλώρα ήταν κατάμαυρη, με γυαλιστερό τρίχωμα και τα συνηθισμένα χρυσοπράσινα μάτια που δίνει η φύση στις μαύρες γάτες. Ανεβοκατέβαινε στα έπιπλα του σπιτιού, κουλουριαζόταν στα πόδια της Ζωής και την έπαιρνε από πίσω στις δουλειές του κήπου. Όμως η Ζωή της είχε βάλει έναν απαράβατο κανόνα: δεν μπορούσε να βγει εκτός σπιτιού. Το πορτάκι στο κάτω μέρος της αυλόπορτας ήταν διπλοκλειδωμένο. Η Φλώρα τριβόταν συχνά πάνω του, σαν να προσπαθούσε να το ανοίξει και να βγει στον δρόμο. Όμως η Ζωή την μάλωνε και την απομάκρυνε με το πόδι της από το επίμαχο σημείο. Η Ανθή είχε χαρεί βλέποντας ότι η θεία της είχε βρει έναν σκοπό∙ κάτι για να νοιάζεται. Είχε μόνο λίγο ανησυχήσει με τις φωτογραφίες του Πιερ. Η Ζωή είχε βγάλει από τα συρτάρια όλες τις φωτογραφίες του Πιερ, από τις παιδικές του μέχρι αυτές της κοινής τους ζωής, τις είχε βάλει σε κορνίζες διαφόρων μεγεθών και τις είχε σκορπίσει σε κάθε γωνιά του σπιτιού, όπου μπορούσε να σταθεί ή να κρεμαστεί κορνίζα∙ σαν να φιλοξενούσε το σπίτι της Μεθώνης μια αναδρομική έκθεση της ζωής του Πιερ με όλο το διαθέσιμο φωτογραφικό υλικό. Η Ανθή είχε παραξενευτεί, αφού ποτέ η θεία της δεν είχε τόσες φωτογραφίες στο σπίτι, ακόμα κι όταν ζούσε ο Πιερ.

     Την ημέρα των εξηκοστών δεύτερων γενεθλίων της Ζωής, ανήμερα την Πρωτομαγιά, η Ανθή προγραμμάτισε άλλο ένα ταξίδι-αστραπή στη Μεθώνη. Δεν είχε μιλήσει με τη θεία της για μέρες. Στο κινητό  η άχρωμη γυναικεία φωνή της εταιρείας κινητής τηλεφωνίας την καθησύχαζε στερεότυπα ότι η κλήση της προωθείται, όμως η προώθηση αυτή ήταν χωρίς αποτέλεσμα για μέρες, τόσο που η Ανθή άρχισε να εκνευρίζεται με τον ψυχρό επαγγελματικό τόνο της φωνής και έκλεινε το τηλέφωνο, πριν καν ακούσει το ρήμα «προωθείται». Το σταθερό τηλέφωνο η θεία της το είχε καταργήσει για οικονομία∙ στην αίτηση διακοπής προς τον ΟΤΕ είχε δηλώσει ότι «της ήταν περιττή αυτή η μικρή σταθερότητα, όταν τίποτα άλλο πια τριγύρω δεν ήταν σταθερό».  Η Ανθή είχε πάρει και τη μητέρα της μαζί∙ έλπιζε μόνο να μην τσακωθούν πάλι οι δύο αδελφές, όπως συνήθιζαν τον τελευταίο καιρό.
Η διαδρομή προς τη Μεσσηνία είχε γίνει παιχνιδάκι με τον καινούριο δρόμο. Η Ανθή ήταν έμπειρη οδηγός∙ απολάμβανε την οδήγηση∙ ένιωθε ελεύθερη και ανάλαφρη όταν έτρεχε σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας. Άκουγε μουσικές που ταίριαζαν στην εποχή, στην ημέρα και στην περίσταση. Αυτή τη φορά αναγκαστικά οι επιλογές της περιορίζονταν  λόγω της μητέρας της, που δυσανασχετούσε σε ακούσματα διαφορετικά από αυτά που έπαιζε ο αγαπημένος της ραδιοφωνικός σταθμός. Τελικά, μάνα και κόρη συμφώνησαν αμοιβαία σε Χατζιδάκι και το ταξίδι κύλισε απροβλημάτιστα, συνοδευμένο από τις ντελικάτες μελωδίες του Μάνου και τις ευρηματικές ρίμες του Γκάτσου. Κάπου εκεί προς το τέλος του «Μεγάλου Ερωτικού», έφτασαν στη Μεθώνη. Σταμάτησαν στο γνωστό ζαχαροπλαστείο του κέντρου. Η Ζωή έπαιρνε από εκεί δίπλες και συνόδευε τον απογευματινό καφέ της. Οι δίπλες ήταν φρέσκιες, τους είπε η ντόπια πωλήτρια∙ πράγματι, τα χρυσοκίτρινα μελένια ρυάκια που τις διέσχιζαν, ρευστά ακόμα αφού το ζυμάρι δεν είχε κρυώσει εντελώς, αποδείκνυαν τα λεγόμενα της πωλήτριας. Πήραν ένα μεγάλο κουτί∙ η πωλήτρια έδεσε μια κόκκινη κορδέλα και τη σγούρυνε με το ψαλίδι∙ η Ανθή είχε καιρό να δει αυτή την κίνηση∙ στα ζαχαροπλαστεία της Αθήνας συνήθως έβαζαν  έτοιμους αυτοκόλλητους φιόγκους με το λογότυπο της επιχείρησης.
      Το σπίτι της Ζωής ήταν αρκετά απόμερο, χαμένο μέσα σε περιβόλια, με θέα στο μικρό νησάκι απέναντι, τη Σαπιέντζα. «Τι βρίσκει και κάνει εδώ στην ερημιά, μόνη της…», είπε με βαριεστημένο ύφος η μητέρα της Ανθής. Το γαλάζιο Χόντα σταμάτησε έξω από την αυλόπορτα της Ζωής. Ο κήπος φαινόταν μισοεγκαταλειμμένος∙ τα αγριόχορτα ήταν ψηλά και ανάμεσά τους, σαν παθιασμένα φιλιά, πρόβαλλαν κατακόκκινες οι παπαρούνες. Μια στριγκιά φωνή ακούστηκε και από ένα δέντρο ξεπρόβαλε η Φλώρα. Η Ζωή απόρησε∙ η γάτα ποτέ δεν κυκλοφορούσε έξω μόνη της. Η Φλώρα νιαούριζε επίμονα, σαν να πεινούσε ή σαν να προσπαθούσε κάτι να πει. Η φύση είχε αδικήσει αυτά τα πανέξυπνα ζώα, που δεν τους έδωσε μιλιά, σκέφτηκε η Ανθή∙ ας τη στερούσε από μερικούς ανθρώπους∙ κέρδος θα είχε.
      Η Ανθή χτύπησε το κουδούνι της θείας της. Συνήθως έμπαινε μόνη της, αφού όμως είχε χτυπήσει μία φορά. Η Ζωή ποτέ δεν έβγαινε να ανοίξει. Ήταν πάντα ξεκλείδωτα∙ όχι όμως τώρα. Η Ζωή έσπρωξε ελαφρά την πόρτα του κήπου όπως έκανε συνήθως, αλλά ήταν κλειστή. Έπιασε το πόμολο και το ανεβοκατέβασε μερικές φορές∙ ήταν κλειδωμένη. Χτύπησε ξανά το κουδούνι∙ αρκετές φορές∙ η Ζωή μάλλον έλειπε. Μπορεί να είχε κατεβεί στο χωριό για ψώνια∙ περίεργο που δεν την είχαν συναντήσει. Οι δυο γυναίκες κοιτάχτηκαν με απορία. Η μητέρα της ήθελε επειγόντως να πάει στην τουαλέτα∙ με τον καφέ έξω από την Τρίπολη και το ταρακούνημα της διαδρομής  κόντευε να κατουρηθεί. Έβγαλε από την τσάντα της τα κλειδιά της∙ από παλιά, όταν ζούσε ακόμα ο Πιερ,  η Ζωή της είχε δώσει κλειδιά του σπιτιού. Να νιώθεις αυτό το σπίτι σαν δικό σου, να έρχεσαι όποτε θέλεις,  της είχαν πει και οι δύο μαζί τότε. Άνοιξε την πόρτα του κήπου. Η Φλώρα διπλώθηκε στα πόδια της να περάσει πρώτη. Τι εγωιστικά ζωντανά, σκέφτηκε η Ανθή, αναθεωρώντας τη μομφή που είχε προηγουμένως ρίξει στη φύση. Τελικά, όλα είχαν φτιαχτεί με σοφία, σκέφτηκε ανταλλάσοντας αμοιβαία μια θυμωμένη ματιά με τη Φλώρα. Η γάτα εξαφανίστηκε τρυπώνοντας στο πορτάκι της αποθήκης.
      Η μητέρα της Ανθής ξεκλείδωσε την πόρτα του σπιτιού, ενώ η Ανθή, πιο πίσω, κουβαλούσε τη μικρή βαλίτσα με τα ρούχα τους. Ευτυχώς η μητέρα της δεν είχε πάρει πολλά πράγματα. Μπαίνοντας στο σπίτι τις χτύπησε μια άσχημη μυρωδιά∙ κλεισούρα και κάτι άλλο∙ σαπίλα. Άνοιξαν τη μπαλκονόπορτα του καθιστικού, να μπει καθαρός αέρας∙ η Σαπιέντζα απέναντι φαινόταν σαν ζωγραφιά∙ η ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα ήταν πολύ καθαρή. Η μητέρα της έσπευσε στο μπάνιο, ενώ η Ανθή προχώρησε να ανοίξει τα παράθυρα και στο υπόλοιπο σπίτι∙ μπήκε πρώτα στο υπνοδωμάτιο της θείας της. Και τότε πάγωσε στη θέση της. Από το κέντρο του ταβανιού, με μεταλλικό σκοινί περασμένο σε θηλιά από τον λαιμό, κρεμόταν το άψυχο σώμα της Ζωής∙ ισορροπούσε στον αέρα ακίνητο, με τα χέρια μαραμένα, πεσμένα στα πλευρά. Το πρόσωπό της είχε ένα σταχτοπράσινο χρώμα, σαν  αυτό που παίρνουν τα μπρούτζινα αγάλματα, όταν μείνουν πολύ καιρό ασυντήρητα. Φορούσε ένα λευκό ταγιέρ, που είχε χρόνια να βάλει, και τις ψηλοτάκουνες γόβες της, που όμως είχαν γλιστρήσει από τα πόδια της και ήταν πεσμένες ανάποδα στο πάτωμα. Στο μισοσκόταδο του κλειστού δωματίου, η θεία της έμοιαζε με γιγάντιο μόμπιλε∙ έλειπε μόνο η κίνηση, η αιώρηση, η επιθυμία που είχαν τα ανθρωπάκια στο προηγούμενο μόμπιλε που είχε φτιάξει η Ζωή, αυτό που της είχε χαρίσει.
        Η Ανθή ένιωσε ξαφνικά μια έντονη αδυναμία, σαν να κόπηκαν τα πόδια της∙ την έκοψε ένας κρύος, ενοχλητικός ιδρώτας, σαν να περπατούσαν στο σώμα της εκατομμύρια βρεγμένα μυρμήγκια∙ αισθάνθηκε τα μάτια της να θολώνουν. Από το μπάνιο άκουσε το καζανάκι∙ η μητέρα της είχε τελειώσει. Ξαφνικά, η θέα της κρεμασμένης θείας άρχισε να ξεθωριάζει∙ μπερδεύτηκε με άλλες εικόνες∙ η Ανθή έβλεπε στη θέση της τα δικά της αιωρούμενα ανθρωπάκια να κυνηγιούνται στον αέρα με τα χέρια ανοιχτά. Τα πόδια της λύγισαν∙ πρόλαβε να πιαστεί από το κεφαλάρι και να πέσει στο κρεβάτι της Ζωής.  Η πόρτα του μπάνιου άνοιξε τρίζοντας. «Ουφ, ξαλάφρωσα! Κόντεψα να σκάσω τόσες ώρες. Δεν πρόκειται να ξαναπιώ καφέ σε ταξίδι…», πρόλαβε να ακούσει η Ανθή, πριν χάσει εντελώς τις αισθήσεις της.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Αργύρης Χιόνης: Το οριζόντιο ύψος

Η καλοσύνη των εστιατορίων

Μαρία Μήτσορα: Στο Κολωνάκι όσο ανθίζουν οι νεραντζιές